Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐνουσιακῶς
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἔνορχος
ἔνος
ἕνος
ἑνός
Ἔνος
ἐνοσίγαιος
Ἐνοσίγαιος
ἐνοσίζεται
ἔνοσις
ἐνοσίφρων
ἐνοσίφυλλος
Ἐνοσίχθων
ἐνοσίχθων
ἑνότης
ἑνοτήσιος
Ἑνοτίκτοντες
ἔνοτος
Ἔνουδος
ἔνουλα
ἐνουλίζομαι
ἐνουλίζω
ἐνουλισμός
ἔνουλον
ἔνουλος
ἐνουράνιος
ἐνουρέω
ἐνουρήθρα
ἐνούρηθρον
ἐνουρητής
ἔνουρος
ἐνουσιακῶς
ἐνουσιόομαι
ἐνούσιος
ἐνουσιόω
ἐνοφείλομαι
ἐνοφείλω
ἐνοφθαλμιάζομαι
ἐνοφθαλμιάζω
ἐνοφθαλμιάω
ἐνοφθαλμίζω
ἐνοφθάλμισμα
ἐνοφθαλμισμός
ἐνόφθαλμος
ἔνοφρυς
ἐνοχή
ἐνοχία
ἐνοχλέω
ἐνόχλημα
ἐνοχλής
ἐνόχλησις
ἐνοχλητέον
ἐνοχλίζω
ἐνοχοποιέω
ἐνοχοποιός
ἔνοχος
ἔνοψ
ἔνοψις
ἑνόω
ἐνπ-
ἐνπεριπατέω
ἐνπνέω
…
ἐνουσιακῶς
Save
LSJ
ἐνουσι-ακῶς, Adv. dub. sens. in
BGU
277ii10 (ii A. D., fort.
ἐν οὐσιακοῖς
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}