ἐνουσιόω
1 dotar de sustancia
ὁ τῶν ὅλων δημιουργὸς ... ἐνουσιώσας ἑαυτῷ ψυχὴν νοερὰν μετὰ αἰσθητικοῦ σώματος
2 en v. med. ser o hacerse consustancial c. dat.
τῷ λόγῳ τοῦ ὅλου φυτοῦ ... ἐνουσιωμένῳ ... τῇ φύσει τῆς γῆς
ὁ ἐν τῇ φύσει λόγος ἀΐδιος τοῦ χρόνου ὁ ἐνουσιωμένος τῇ φύσει
ὁ τοῖς λογικοῖς γένεσιν ἐνουσιωμένος ὅρκος
ἐνουσιόω-ῶ, donner l’existence, faire exister, Hiérocl. C. aur. 2, 3.
Étym. ἐνούσιος.