ἐνουλισμός
rizo, bucle
(γυναῖκες) τῶν πλοκάμων τοὺς ἐνουλισμοὺς ἀσκοῦσαι
ἐνουλισμός, οῦ (ὁ) frisure, Clém. 1, 560 Migne.
Étym. ἐνουλίζω.
ἐνουλισμός, ὁ, das Kräuseln, Clem.Al.
rizo, bucle
(γυναῖκες) τῶν πλοκάμων τοὺς ἐνουλισμοὺς ἀσκοῦσαι