ἐνουρητής
ἐνουρ-ητής, οῦ, ὁ, =
- submeiolus, Gloss., Sch. Ar. Eq. 399.
que se mea en la cama, meón cóm.
ὡς ἐνουρητὴν ... διαβάλλει τὸν Κρατῖνον
ἐνουρητής, ὁ, der hineinpißt, Schol. Ar. Eq. 399.