Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐντυλόω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐντροπίη
ἐντροπικός
ἔντροπον
ἔντροπος
ἐντροπόω
ἐντρόφιος
ἔντροφον
ἔντροφος
ἐντροχάζω
ἔντροχος
ἐντρυγάω
ἐντρυγηφάνιον
ἔντρυγος
ἐντρυλίζω
ἐντρυλλίζω
ἐντρυφάω
ἐντρύφερος
ἐντρύφημα
ἐντρυφής
ἐντρύχομαι
ἐντρώγω
ἐντύβιον
ἔντυβον
ἐντυγχάνω
ἐντύλη
ἐντύλιγμα
ἐντυλιγμός
ἐντυλίσσω
ἐντυλίττω
ἐντυλόομαι
ἐντυλόω
ἐντυμβεύω
ἐντύνω
ἔντυος
ἐντυπάδεια
ἐντυπάδια
ἐντυπαδίον
ἐντυπάδιος
ἐντυπάζω
ἐντυπάς
ἐντυπές
ἐντυπή
ἐντυπής
ἔντυπος
ἐντυπόω
ἐντυπωδῶς
ἐντύπωμα
ἐντύπωσις
ἐντυπωτός
ἐντυραννέομαι
ἐντυραννέω
ἐντυρεύω
ἐντυρίτης
ἐντυρόω
ἐντύσσομαι
ἐντυφλόω
ἔντυφος
ἐντύφω
ἐντυχαλός
ἐντύχημα
ἐντυχία
…
ἐντυλόω
Save
Pape
ἐντυλόω
, [ῡ],
darin verhärten, Schwielen erzeugen
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}