About Report a problem

Menu

ἐντυπάδεια

ἐντῠπ-άδεια (-δία cod.): ὅταν τῷ ἱματίῳ τὴν χεῖρα πρὸς πρόσωπα κατειλημμένος στήσῃ, Hsch.

Saved

Recent