ἐξαπομάσσω Save DGE ἐξαπομάσσω • Alolema: át. -ττω dar forma, moldear fig. ὁ μὲν σκοπὸς ἐξαπομάττει τῆς πραγματείας τὴν φύσιν Phlp.in Cat.7.4.