ἐξαποστολή
ἐξαποστολή, sending away
- sending away, IG 2.985A1 (ii B. C.), Plb. 1.66.2, LXX 3 Ma. 4.4; ἐ. θανάτου Ph. 1.233: pl., Plb. 9.5.5.
- II discharge of an engine or projectile, Ph. Bel. 53.46, Hero Bel. 79.4, 110.10.
I
1 c. gen. de pers. envío fuera, misión al exterior
τῶν πρεσβευτῶν
τῶν δικαστῶν
τοῦ δικαστοῦ καὶ τοῦ γραμματέως
• en cont. milit., envío de tropas, refuerzos, impedimenta
αἱ ἐξαποστολαὶ καὶ αἱ παρασκευαὶ πρὸς τοῦτο τὸ μέρος
ἐὰν μὴ ποιῶνται τὴν ἐξαποστολὴν αὐτοῦ μετὰ τῆς ... παρασκευῆς
si no se le enviaba a él (Cleomenes) con el equipamientoπλοίων
τῶν νεανίσκων
• c. gen. de cosa envío, transporte gener. por vía marítima
ἐφήδρευον τῇ τῆς λείας ἐξαποστολῇ περιέποντες
τὴν εἰς ταῦτα δαπάνην καὶ ἐξαποστολὴν (σίτου) ποιήσασθαι
2 en sent. neg. expulsión, deportación, apartamiento
ἡ δυσάθλιος ἐ.
la desdichada deportaciónἐ. θανάτου
apartamiento de la muerte
3 mec. lanzamiento, disparo por medio de máquinas de guerra
ἐ. τοῦ βέλους
ὁ τόνος τῆς τοῦ λίθου ἐξαποστολῆς
ἡ τῆς ἐξαποστολῆς βία
• fuerza, impulso
βουλόμενοι δὲ ἐπαυξῆσαι ... τό τε βέλος καὶ τὴν ἐξαποστολήν
4 náut. partida por mar, embarque, zarpa
κατὰ μέρη διαιρῶν αὐτοὺς καὶ διαλείμματα ποιῶν τῆς ἐξαποστολῆς
παρασκευασθέντων δὲ τῶν ἐπιτηδείων πρὸς τὴν ἐξαποστολήν ἔπλεον
II vuelta a casa, retorno desde la guerra, milit. licenciamiento de soldados
τῆς μὲν κατὰ τὸ κοινὸν ἐξαποστολῆς ... οὐ μετέσχον
no participaban del retorno colectivo