ἑξαπλόω
ἑξαπλόω, multiply by six
ἑξα-πλόω,
- = ἑξαπλασιάζω, multiply by six, Paul.Al. E. 1.
multiplicar por seis en v. pas.
ἑξαπλούμεναι αἱ ... μοῖραι
ἑξαπλόω, = ἑξαπλασιάζω, Sp.