ἐξαποπτύω
ἐξαποπτύω, spit quite out
ἐξαπο-πτύω,
- spit quite out, Tz. H. 6.7.
escupir fig.
ἡ θάλαττα ἐξαποπτύει Πολύδωρον
τὸ στόμα ἐξαποπτύον βόρβορον ἀρρήτων αἰσχροτήτων
ἐξαποπτύω, (πτύω), ausspeien, Sp.