ἐξεργαστικός
ἐξεργαστικός, able to accomplish
ἐξεργ-αστικός, ή, όν,
- able to accomplish, τινός X. Mem. 4.1.4 (in Sup.), Plb. 15.37.1; τὸ ἐ. τοῦ λόγου diligent inquiry, A.D. Synt. 312.9.
- II Adv. -κῶς elaborately, in detail, Phld. Rh. 1.156 S., Piet. 19: Comp. -ώτερον Corn. ND 35, A.D. Synt. 282.10.
ἐξεργαστικός, ή, όν, propre à exécuter, Pol. 15, 37, 1 ||
Sup. -ώτατος, Xén. Mem. 4, 1, 4.
Étym. ἐξεργάζομαι.
ἐξεργαστικός, ή, όν, zum Ausarbeiten, Vollenden geschickt, ὧν ἂν ἐγχειρῶσιν ἐξεργαστικώτατοι Xen. Mem. 4.1.4 ; Pol. 15.37.
ἐξεργαστικός
from ἐξεργάζομαι
ἐξεργαστικός, ή, όν
- able to accomplish, τινος Xen.