ἐπίπνοος
ἐπίπνοος, breathed upon
ἐπίπνοος, ον, contr. ἐπί-πνους, ουν,
- breathed upon, Poll. 5.110.
- 2 inspired, παρά τινος Pl. Cra. 428c; ἐ. καὶ κατεχομένους ἐκ τοῦ θεοῦ Id. Men. 99d; ἐ. ἐκ τούτου τοῦ ἔρωτος Id. Smp. 181c; σὺν τῷ ῥυθμῷ Ael. NA 11.10; ἐ. καὶ φοιβόληπτος Plu. Pomp. 48. Adv. -πνως Poll. 1.16.
ἐπίπνοος-ους, οος-ους, οον-ουν, inspiré, Plat. Crat. 428c, etc. ; Plut. Pomp. 48.
Étym. ἐπιπνέω.
ἐπίπνοος, zsgzn ἐπίπνους, ουν, angehaucht, übertr. begeistert, παρὰ Εὐθύφρονος ἐπίπνους γενόμενος Plat. Crat. 428c ; οἱ ἐκ τούτου τοῦ ἔρωτος ἐπίπνοι Symp. 181c, wie Plut. Cat. min. 42 ; καὶ φοιβόληπτος Pomp. 48 ; a.Sp.; – eigtl., τόπος, Poll. 1.15.
ἐπίπνοος
ἐπίπνους, ουν
from ἐπιπνέω
- breathed upon, inspired, Plat.