ἐπιπλοοκομιστής Save Bailly 2024 Pape ἐπιπλοο·κομιστής, οῦ (ὁ) atteint de hernie, Gal. 4, 136. Étym. ἐπίπλοον, κομίζω. ἐπιπλοοκομιστής, ὁ, = ἐπιπλοκηλικός, Galen.