ἐπίπλοιον Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐπίπλοιον, v. ἐπίπλοον. ἐπίπλοιον, ου (τὸ) c. ἐπίπλοον, Philét. (Ath. 106e). ἐπίπλοιον, τό, = ἐπίπλοον, Philetaer. bei Ath. III.106e.