ἐπίσαπρος
ἐπίσαπρος, rotten
ἐπίσαπρος, ον,
- rotten, dub.l. in Thphr. HP 3.7.5.
ἐπί·σαπρος, ος, ον, pourri à la surface, Th. H.P. 3, 7, 5.
Étym. ἐπί, σαπρός.
ἐπίσαπρος, anfaulend, Theophr.