ἐπιρυτήρ Save Bailly 2024 ἐπιρυτήρ, ῆρος (ὁ) [ῠ] c. ἐπαρυστήρ ou ἐπιχυτήρ, Aqu. Zach. 4, 2. Étym. ἐπιρρέω.