ἐπιστηθίδιος Save ἐπιστηθίδιος, on the breast LSJ Pape ἐπιστηθίδιος, ον, on the breast, τιτθοί EM 760.48. ἐπιστηθίδιος, = ἐπιστήθιος, EM. v. τιτθός.