ἐπιβουλία
ἐπιβουλία, treachery
ἐπιβουλ-ία, ἡ,
- treachery, Pi. N. 4.37, D.S. 26.15.
ἐπιβουλία, ας (ἡ) c. le préc. Pd. N. 4, 37 ; DS. Exc. 569, 2.
Étym. ἐπίβουλος.
ἐπιβουλία, ἡ, Vorhaben, Anschlag gegen Einen, Nachstellung, Pind. N. 4.37.
ἐπῐβουλία
- 1treachery ἔμπα, καίπερ ἔχει βαθεῖα ποντιὰς ἅλμα μέσσον, ἀντίτεινʼ ἐπιβουλίᾳ (v. l. ἐπιβουλίαις, cf. O. 10.41) N. 4.37