ἐπικίχρημι
ἐπικίχρημι, to lend
ἐπικίχρημι, aor. 1 ἐπέχρησα,
- lend, τινὶ τάγματα πρὸς τὸν πόλεμον Plu. Pomp. 52; ἐπιχρήσας ἑαυτὸν εἰς ἀπαλλοτρίωσιν CIG 3281 (Smyrna).
ἐπι·κίχρημι (seul. ao. ἐπέχρησα) prêter en outre, Plut. Pomp. 52.
ἐπικίχρημι, (κίχρημι), dazu leihen, ἐπέχρησε Plut. Pomp. 52.
ἐπικίχρημι
aor1 ἐπ-έχρησα
- to lend, τί τινι Plut.