ἐπικληρῖτις Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐπικληρ-ῖτις, ιδος, ἡ, = ἐπίκληρος, ἡ, Is. Fr. 91 S. ἐπικληρῖτις, ίτιδος [ῑτ] adj. f. c. le suiv. Is. Étym. Harp. ἐπικληρῖτις, ιδος, ἡ, = ἐπίκληρος, Harp. aus Isaeus u. Poll. 3.33 aus Solon.