ἐπίκλημα
ἐπίκλημα, an accusation, charge
ἐπίκλημα, ατος, τό,
- accusation, charge, S. OT 227, 529, E. Or. 570, X. Oec. 11.4, D.C. Fr. 23.1.
ἐπίκλημα, ατος (τὸ) chef d’accusation, grief, Soph. O.R. 227, 529 ; Eur. Or. 570 ; Xén. Œc. 11, 4.
Étym. ἐπικαλέω.
ἐπίκλημα, τό, der Vorwurf, die Beschuldigung, ἐξ ὀρθῆς φρενὸς κατηγορεῖτο τοὐπίκλημα τοῦτό μου Soph. O.R. 529, vgl. 227 ; Eur. Or. 570 ; Xen. Oec. 11.4 u. Sp.
ἐπίκλημα, ατος, τό,
ἐπικαλέω
- an accusation, charge, Soph., Eur.