ἐπίκλαυτος
ἐπίκλαυτος, tearful
ἐπίκλαυτος, ον,
- tearful, νόμος Ar. Ra. 684 (lyr.).
ἐπί·κλαυτος, ος, ον, lamentable, Ar. Ran. 684.
Étym. ἐπικλαίω.
ἐπίκλαυτος, weinerlich, kläglich, ἀηδόνιος νόμος Ar. Ran. 682.
ἐπίκλαυτος
ἐπί-κλαυτος, ον
- tearful, Ar.