ἐπικληρικός
ἐπικληρικός, concerning an ἐπίκληρος
ἐπικληρ-ικός, ή, όν,
- concerning an ἐπίκληρος, λόγος D.H. Din. 12.
ἐπικληρικός, ή, όν, qui concerne un héritage ou un héritier, DH. Din. 12.
Étym. ἐπίκληρος.
ἐπικληρικός, λόγος, eine Erbtochter, ἐπίκληρος, betreffend, Dion.Hal. Din. 12.