ἐπικαρπίδιος
ἐπικαρπίδιος, on fruit
ἐπικαρπ-ίδιος [ῐδ], ον,
- on fruit, χνοῦς AP 9.226 (Zon.).
ἐπι·καρπίδιος, ος, ον [ῐδ] qui est sur le fruit, Anth. 9, 226.
Étym. ἐπί, καρπός.
ἐπικαρπίδιος, auf der Frucht, μήλων χνοῦς Zon. 6 (IX.226).
ἐπικαρπίδιος
ἐπι-καρπίδιος, ον
καρπός
- on fruit, Anth.