ἐπικαρπολογέομαι
ἐπικαρπολογέομαι, glean
ἐπικαρπολογέομαι,
- glean, τοὺς ἀμητούς LXX 4 Ma. 2.9.
ἐπι·καρπολογέομαι-οῦμαι, glaner, Jos. Macc. 2, 9.
ἐπικαρπολογέομαι, Nachlese halten, τοὺς ἀμητούς, Jos.