ἐπικαρδιάω Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐπικαρδιάω, = καρδιάω, Nic. Al. 19. ἐπι·καρδιάω-ῶ, avoir mal au cœur, Nic. Al. 19. ἐπικαρδιάω, = καρδιάω, Nic. Al. 19.