ἐπικάμπειον Save Bailly 2024 Pape ἐπικάμπειον, ου (τὸ) courbure, Plut. M. 594b. Étym. cf. ἐπικάμπιος. ἐπικάμπειον, τό, = ἐπικάμπιον, Biegung, Krümmung, τῆς στοᾶς Plut. gen. Socr. 24.