ἐπικλυτός Save ἐπικλυτός, famed LSJ Pape ἐπι-κλῠτός, όν, famed, ἐ. ἀνδράσι Φινεὺς ὄλβῳ A.R. 2.236. ἐπικλυτός, berühmt, ὄλβῳ Ap.Rh. 2.256.