ἐπίκλυστος
ἐπίκλυστος, flooded
ἐπί-κλυστος, ον,
- flooded, D.S. 1.10, Str. 1.2.25.
ἐπίκλυστος, ος, ον, inondé, DS. 1, 10 ; Str. 32.
Étym. ἐπικλύζω.
ἐπίκλυστος, überschwemmt, Αἴγυπτος DS. 1.10 ; Strab.