ἐπιπλήκτειρα
ἐπιπλήκτ-ειρα, ἡ, = fem. of ἐπιπλήκτης, AP 6.233 (Maec.).
ἐπιπλήκτειρα, ας, adj. f. qui frappe sur, qui châtie, Anth. 6, 233.
Étym. ἐπιπλήσσω.
ἐπιπλήκτειρα, μάστιξ, daraufschlagend, Maec. 6 (VI.233).
ἐπιπλήκτειρα, ἡ,
ἐπιπλήσσω, Anth.