ἐπίπλεως Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape Middle Liddell ἐπίπλεως, ων, Att. for ἐπίπλεος (q.v.). ἐπί·πλεως, ως, ων, att. c. ἐπίπλεος, Plut. Ant. 85. ἐπί-πλεως -ων, Ion. ἐπίπλεος, vol. ἐπίπλεως, ων, att. = ἐπίπλεος. ἐπίπλεως, ων, Attic for ἐπίπλεος, Plut.