ἐπιτράπω Save Bailly 2024 Pape ἐπιτράπω, v. ἐπιτρέπω. ἐπιτράπω, ion. = ἐπιτρέπω, Her. 3.81 u. öfter ; ἐπέτραψε 4.202 ; ἐπιτραφθέντες 1.7 ; ἐπιτράψονται 3.155.