ἐπιτραπέω
ἐπιτραπέω, commit, intrust to
ἐπιτραπέω [ᾰ] (seul. 3 pl. prés. épq. -έουσι) c. ἐπιτρέπω, Il. 10, 421.
ἐπιτραπέω, = ἐπιτρέπω, Il. 10.421.
ἐπιτραπέω
[ἐπι- 11 + τραπ-, τρέπω.]
To commit or leave a duty to.
With dat. and infin.: Τρωσὶ φυλάσσειν Il. 10.421.
ἐπιτραπέω : commit, intrust to, Il. 10.421†.