ἐπιτραπεζίδιος Save LSJ Pape ἐπιτρᾰπεζ-ίδιος· ὁ παράσιτος, Hsch. ἐπιτραπεζίδιος, = ἐπιτραπέζιος, Hesych. erkl. παράσιτος.