ἔποικτος
ἔποικτος, piteous
ἔποικτ-ος, ον, =
- piteous, φόνος A. Ag. 1614.
ἔπ·οικτος, ος, ον, c. le préc. Eschl. Ag. 1614.
Étym. ἐπί, οἶκτος.
ἔποικτος, beklagenswert, φόνος Aesch. Ag. 1597.
ἔποικτος
ἔπ-οικτος, ον
- piteous, Aesch.