ἐπωφέλημα
ἐπωφέλημα, a help, store
ἐπωφέλ-ημα, ατος, τό,
- help, store, βορᾶς S. Ph. 275.
ἐπωφέλημα, ατος (τὸ) secours, utilité, Soph. Ph. 275.
Étym. ἐπωφελέω.
ἐπωφέλημα, τό, Beistand, Nutzen, βορᾶς, Soph. Phil. 275.
ἐπωφέλημα
from ἐπωφελέω
ἐπωφέλημα, ατος, τό,
- a help, store, βορᾶς Soph.