About Report a problem

Menu

ἔρα

ἔρα, earth

ἔρα, ἡ,
  • earth, Erot. s.v. ἕρπει, Sch.Il.Oxy. 221x28, EM 369.24 Hsch. (also expld. as, = κοιλία), cf. Str. 16.4.27:—Adv. ἔραζε, Dor. ἔρασδε, to earth, κατὰ δὲ πτερὰ χεῦεν ἔραζε Od. 15.527; ἀπὸ δʼ εἴδατα χεῦεν ἔ. 22.85, cf. Hes. Op. 421, 473; so νιφάδες δʼ ὡς πῖπτον ἔ. Il. 12.156; οὑμὸς δὲ πότμος..κυρῶν ἄνω ἔ. πίπτει A. Fr. 159; ὄρπακες βραβύλοισι καταβρίθοντες ἔρασδε Theoc. 7.146; on the ground, θάλλειν Mosch. 2.66.

Saved

Recent