ἐρανισμός Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐρᾰν-ισμός, ὁ, = foreg. [ἐράνισις] I, D.H. 6.96. ἐρανισμός, οῦ (ὁ) [ᾰ] c. le préc. DH. 6, 96. Étym. ἐρανίζω. ἐρανισμός, ὁ, Einsammeln von Beiträgen, κατʼ ἄνδρα, Mann für Mann, allgemein, Dion.Hal. 6.96 u. a.Sp.