ἐπωφέλιμος Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐπωφέλ-ιμος, ον, = ἐπωφελής, ἔργα Carm.Aur. 6. ἐπ·ωφέλιμος, ος, ον, utile, Pythag. Aur. carm. 6. Étym. ἐπί, ὠφέλιμος. ἐπωφέλιμος, = ἐπωφελής, Pythag. carm. 6.