ἐπωφελία
ἐπωφελία, help, succour
ἐπωφελ-ία, ἡ,
- = ἐπωφέλεια, AP 6.33 (Maec.).
ἐπωφελία, ας (ἡ) c. ἐπωφέλεια, Anth. 6, 33.
ἐπωφελία, ἡ, = ἐπωφέλεια, Qu.Maec. 7 (VI.33).
ἐπωφελία, ἡ,
from ἐπωφελέω
- help, succour, Anth.