ἐριλαμπέτις Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐρι-λαμπέτις, ἡ, pecul. fem. of sq., Max. 103. ἐρι·λαμπέτις, ιδος [ῐῐδ] adj. f. c. le suiv. Max. π. κατ. 102. ἐριλαμπέτις, αἴγλη, = ἐριλαμπής, Maxim. 102.