ἐριμύκης Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐρι-μύκης [ῡ], ου, ὁ, = sq., ταῦρος Call. Fr. 13b (dub.l.). ἐρι·μύκης, ου [ῐῡ] adj. m. c. le suiv. Call. fr. 442. ἐριμύκης, ὁ, ταῦρος, = ἐρίμυκος, Callim. fr. 452.