ἐρικτέανος
ἐρικτέανος, wealthy
ἐρικτέᾰνος, ον,
- wealthy, Opp. C. 1.312.
ἐρι·κτέανος, ος, ον [ᾰ] aux riches possessions, Opp. C. 1, 312.
Étym. ἐρι-, κτέανον.
ἐρικτέανος, sehr begütert, Opp. C. 1.312 ; Nonn.