ἐφορία Save Pape ἐφορία, ἡ, erkl. Harp. ἡ ἐπὶ τῶν ὅρων γινομένη προαγόρευσις, aus Mißverständnis der Stelle des Dem. S. ἐφόριος. Auch v.l. von ἐφορεία.