ἔκχυμα
1 caudal
αἵματος
2 fig. grandeza
οὐ μαθὼν δὲ τὸ τῆς ψυχῆς ἔκχυμα
ἔκχυμα, ατος (τὸ) [ῠ] ce qu’on répand, Sib. 3, 320.
Étym. ἐκχέω.
ἔκχυμα, τό, Ausguß, Or.Sib.
1 caudal
αἵματος
2 fig. grandeza
οὐ μαθὼν δὲ τὸ τῆς ψυχῆς ἔκχυμα