ἐκχύμωμα
ἐκχύμωμα, ecchymosis
ἐκχῡμ-ωμα, ατος, τό,
- ecchymosis, Hp. Fract. 11 (pl.), Art. 50:—also ἐκχῡμ-ωσις, εως, ἡ, Id. Liqu. 1, Gal. 10.232, al.
medic. extravasación
τὰ ἐκχυμώματα τῶν φλεβῶν
τὸ ὑπώπιον ... τοῦ γένους δέ ἐστιν τῶν ἐκχυμωμάτων
ἐκχύμωμα, ατος (τὸ) [ῡ] c. le suiv. Hpc. Fract. 760.
ἐκχύμωμα, τό, das Ausgelaufene, die blutunterlaufene Stelle, Hippocr.