ἐκχρώννυμι
ἐκχρώννυμι, impart a colour
ἐκχρώννῡμι,
- impart a colour, ἥλιος σκοτεινὸν ἄνθος ἐξέχρωσε λιγνύος εἰς σώματʼ ἀνδρῶν Theodect. 17.2.
colorear
ἥλιος ... σκοτεινὸν ἄνθος ἐξέχρωσε λιγνύος εἰς σώματ' ἀνδρῶν
ἐκ·χρώννυμι [ῡ] (ao. 3 sg. ἐξέχρωσε) teindre, colorer, Théodect. (Str. 695).
ἐκχρώννυμι, [ῡ], (χρώννυμι), entfärben, Strab. XV p. 695, l.d.