ἐκχρέμπτομαι
ἐκχρέμπτομαι, cough up, bring up
ἐκχρέμπτομαι,
- cough up, bring up, Hp. Morb. 2.26.
expectorar
ἡ δὲ φάρυγξ ... σιέλου ... ἔμπλεος, καὶ οὐ δύναται ἐγχρέμπτεσθαι
ἐκ·χρέμπτομαι, expectorer, cracher, Hpc. 496, 36.
ἐκχρέμπτομαι, aushusten, -spucken, Hippocr.