ἐκχύνω
ἐκ-χύνω, v. ἐκχέω.
verter, derramar en v. pas.
τὸ ... ὕδωρ μὴ ἔξω ἐκχύνηται
al operar un autómataπᾶν αἷμα ... ἐκχυννόμενον ἐπὶ τῆς γῆς
ῥήγνυται ὁ ἀσκὸς καὶ ἐκχύνεται ὁ οἶνος
τὸ ὕδωρ τὸ ἐκχυννόμενον ἀεὶ τρέχει καὶ οὐχ ἵσταται
ἐῶ τὰ ἀρχαῖα ... τὸ πέταμαι καὶ <τὸ> ἐκχύνειν
omito las palabras antiguas ... lo de «πέταμαι» y «ἐκχύνειν»
ἐκ·χύνω (seul. prés.) c. ἐκχέω, NT. Matth. 23, 35 ; Luc. 11, 50 ; Ap. 22, 20 ; blâmé par Luc. Pseud. 29.
ἐκχύνω, Sp., = ἐκχέω.