ἔπισος
ἔπισος, equal, equally divided
ἔπῐσος, ον,
- = ἴσος, Plb. 3.115.1, LXX Si. 9.10.
ἔπ·ισος, ος, ον [ῐ] égal, Pol. 3, 115, 1.
Étym. ἐπί, ἴσος.
ἔπισος, = ἴσος, Pol. 3.115.1 u. Sp.
ἔπισος, equal, equally divided